Δολώματα και η χρήση τους
- 22 Ιουνίου 2012
- Θάλασσα
Πολλά έχουν λεχθεί σχετικά με τα δολώματα και πολλοί δικαίως υποστηρίζουν ότι το καλύτερο δόλωμα είναι αυτό που υπάρχει στον συγκεκριμένο τόπο... Read More
Ο κλάδος αυτός περιλαμβάνει συνήθως μικρά σκάφη (5-12 μέτρα), τα οποία χρησιμοποιούν στατικά εργαλεία, δηλαδή εργαλεία που μένουν ακίνητα στο νερό και συλλαμβάνουν τα διερχόμενα ψάρια ή άλλα αλιεύματα. Τέτοια είναι τα δίχτυα, τα παραγάδια και οι παγίδες, όπως τα νταούλια. Στην παράκτια αλιεία εντάσσεται και ένα ενεργητικό εργαλείο, η βιντζότρατα. Το εργαλείο αυτό διαθέτει μια τράτα με την οποία περικυκλώνεται μια παράκτια περιοχή και στη συνέχεια έλκεται προς το σκάφος το οποίο μένει ακίνητο κοντά στην ακτή. Η παράκτια αλιεία ασκείται από αλιείς με μικρά κυρίως σκάφη, τα οποία δουλεύουν γύρω από το νησί. Ο αριθμός των σκαφών με επαγγελματική άδεια αλιείας ανέρχεται σε 207, από τα οποία όμως λιγότερο από 170 είναι ενεργά με σύνολο χωρητικότητας 423 κόρους και μέση ηλικία 17,3 ετών. Το σύνολο των σκαφών παράκτιας αλιείας στο Νομό Καβάλας ανέρχεται στα 500 περίπου, σε σύνολο 18.349 όλης της Ελλάδας. Στη Θάσο βρίσκεται, λοιπόν, περίπου το μισό του δυναμικού των σκαφών της παράκτιας αλιείας του Νομού και, αν κρίνουμε από τον πληθυσμό του νησιού, η αναλογία σκαφών είναι ένδειξη ότι η αλιευτική δραστηριότητα είναι μία αρκετά συνηθισμένη ενασχόληση μεταξύ των κατοίκων. Η ερασιτεχνική αλιεία είναι επίσης πολύ έντονη στο νησί με 180 σκάφη. Να σημειωθεί ότι, ενώ ο αριθμός σκαφών ερασιτεχνικής αλιείας αυξήθηκε την τελευταία δεκαετία (από 146 σε 180 σκάφη, αύξηση 23,2%), ο αριθμός των σκαφών επαγγελματικής αλιείας έμεινε σχεδόν σταθερός.
Το αλιευτικό εργαλείο που κυρίως χρησιμοποιείται για την παράκτια αλιεία στη Θάσο είναι το νταούλι, σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ελλάδα όπου στην παράκτια αλιεία επικρατούν τα μονωμένα δίχτυα. Το νταούλι είναι μια παγίδα που τοποθετείται σε μεγάλους αριθμούς γύρω από τη Θάσο και συλλαμβάνει πολλά είδη με κυριότερο αλίευμα τα χταπόδια, που αποτελούν σε ποσοστό το μεγαλύτερο τμήμα της παραγωγής της παράκτιας αλιείας. Τα υπόλοιπα αλιευτικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται από τους παράκτιους αλιείς στο νησί είναι τα παραγάδια (κυρίως στο νότιο τμήμα), τα μονωμένα δίχτυα (ένα αλιευτικό εργαλείο που αποτελείται από τρία στρώματα διχτύου) και τα απλάδια δίχτυα, με μονό στρώμα διχτύου που πιάνουν συνήθως συγκεκριμένα είδη όπως οι κουτσομούρες. Επίσης, χρησιμοποιείται η μπρακαρόλα, ψάρεμα δηλαδή με πετονιές και δόλωμα και το γυαλί με το καμάκι. Η αλιευτική δραστηριότητα ασκείται όλο το χρόνο, εκτός από τους 2-3 χειμερινούς μήνες που πολλά σκάφη σταματούν λόγω των μειωμένων αλιευμάτων αλλά και της κακοκαιρίας.
Ο κλάδος αυτός αποτελείται από μεγαλύτερα σκάφη (15-30 μέτρα) με μεγάλη ιπποδύναμη. Περιλαμβάνει τις μηχανότρατες και τα γρι-γρι, τα οποία ασκούν ενεργητική αλιεία, χρησιμοποιώντας συρόμενα ή κυκλικά αλιευτικά εργαλεία. Η μηχανότρατα χρησιμοποιεί την τράτα η οποία σύρεται στο βυθό και συλλαμβάνει χωρίς διάκριση βενθικά, όπως λέγονται, ψάρια ή πατόψαρα, δηλαδή αυτά που ζουν πάνω ή κοντά στον πυθμένα, όπως είναι οι μπακαλιάροι, οι πεσκαντρίτσες, οι κουτσουμούρες, οι βάτοι, κ.ά. Επίσης συλλαμβάνει κεφαλόποδα, όπως χταπόδια, θράψαλα, σουπιές, μοσχιούς κ.ά., καθώς και καρκινοειδή, όπως γαρίδες, καραβίδες, κ.ά.
Το γρι-γρι χρησιμοποιεί ένα μεγάλο δίχτυ με το οποίο κυκλώνεται μια συγκεκριμένη περιοχή, όπου, με την βοήθεια των ηλεκτρονικών οργάνων (ραντάρ, κτλ.), εντοπίζονται μεγάλα κοπάδια από αφρόψαρα, δηλαδή γαύρος, σαρδέλα, κολιοί, σαυρίδια κ.ά.
Η ετήσια παραγωγή ψαριών από την παράκτια αλιεία στο νησί ανέρχεται, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας, σε 600 περίπου τόνους. Τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας αναφέρουν ότι η παραγωγή όλης της Ελλάδας από την παράκτια αλιεία ανέρχεται σε 76.882 τόνους (στοιχεία 1996), όμως σ’ αυτά δεν περιλαμβάνεται η παραγωγή από 12.600 παράκτια σκάφη, τα οποία έχουν μηχανή ισχύος μικρότερη των 19 HP και η οποία εκτιμάται ότι ανέρχεται στους 30.000 τόνους, ανεβάζοντας έτσι το σύνολο της παραγωγής της παράκτιας αλιείας σε όλη την Ελλάδα σε 100.000 τόνους περίπου.
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι και στη Θάσο, όπως και σε πάρα πολλές περιοχές της Ελλάδας, υπάρχει το πρόβλημα της εκτίμησης της παραγωγής από την παράκτια αλιεία καθώς αφενός η κοντινότερη ιχθυόσκαλα όπου πρέπει να εκφορτώνονται τα αλιεύματα βρίσκεται στη Καβάλα, και αφετέρου ο Συνεταιρισμός παράκτιων αλιέων του νησιού δεν είναι οργανωμένος έτσι ώστε να συγκεντρώνει τα αλιεύματα, πράγμα που δημιουργεί μεγάλο πρόβλημα στην καταγραφή της αλιευτικής παραγωγής και δραστηριότητας. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατή κάποια στοιχειώδης, έστω, επεξεργασία των δεδομένων, ώστε να υπάρχει η σωστή ενημέρωση για την πορεία του κλάδου και για τα προβλήματα του, καθώς την κατάσταση των αλιευμάτων. Τα στοιχεία αυτά είναι άκρως απαραίτητα για την επεξεργασία μέτρων προστασίας των ειδών και ορθολογικής ανάπτυξης του κλάδου.
Η παραγωγή από τη μέση αλιεία στο νησί ανέρχεται σε 1.000 τόνους περίπου σε σύνολο 5-6.000 τόνων του Νομού Καβάλας και 75.000 τόνων όλης της Ελλάδας. Πρέπει να αναφερθεί ότι τα στοιχεία της μέσης αλιείας είναι πιο ακριβή γιατί το σύνολο σχεδόν των αλιευμάτων διακινείται από την ιχθυόσκαλα της Καβάλας. Βέβαια υπάρχει ένα ποσοστό το οποίο δεν είναι εύκολο να εκτιμηθεί γιατί αφορά τα αλιεύματα που εκφορτώνονται σε άλλες ιχθυόσκαλες της Ελλάδας. Αυτό συμβαίνει γιατί τα σκάφη κινούνται σε διάφορες περιοχές, κυρίως βέβαια στην περιοχή του Β. Αιγαίου, ακολουθώντας την μεγαλύτερη πυκνότητα των αλιευμάτων. Παράλληλα, σκάφη από άλλες περιοχές της Ελλάδας εκφορτώνουν αλιεύματα όταν βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή του Νομού Καβάλας.
Ως προς τη δραστηριότητα αυτή, αξίζει να σημειωθεί ότι η Θάσος είναι μια από τις τρεις περιοχές της Βόρειας Ελλάδας όπου υπάρχει εντατική καλλιέργεια θαλασσινών ψαριών. Οι άλλες δύο είναι στη Χαλκιδική, στη Βουρβουρού και στην Ολυμπιάδα. Η μονάδα ιχθυοκαλλιέργειας που υπάρχει στη Θάσο, μεταξύ Λιμένα και Πρίνου, είναι δυναμικότητας 50 τόνων και παράγει λαβράκια και τσιπούρες τα οποία διακινούνται κυρίως σε πόλεις της Βόρειας Ελλάδας.
Τα γενικά προβλήματα της αλιείας είναι πάρα πολλά. Το κυριότερο, βέβαια, αφορά την κάμψη της αλιευτικής παραγωγής. Μεταξύ του 1996 και 1997 η συνολική αλιευτική παραγωγή στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 21%, ενώ μόνο από τα γρι-γρι κατά 22% και από τα παράκτια κατά 33%. Το πρόβλημα παρουσιάζεται και στο Νομό Καβάλας όπου η συνολική παραγωγή μειώθηκε από το 1994 μέχρι σήμερα κατά 19%.
Την αλιευτική παραγωγή στην ευρύτερη περιοχή του Κόλπου της Καβάλας αναμένεται να επηρεάσουν αρνητικά τα επόμενα χρόνια και τα φράγματα στον ποταμό Νέστο, όπως συνέβη και στο Στρυμονικό κόλπο. Όπως είναι γνωστό, το φράγμα του Στρυμόνα στο Λιθότοπο – που κατασκευάστηκε το 1930 – και ο σχηματισμός της φραγμαλίμνης της Κερκίνης διέκοψαν το ρυθμό και τον όγκο της μεταφοράς χερσογενών βιογενών αλάτων στο Στρυμονικό κόλπο με αποτέλεσμα να μειωθεί η παραγωγικότητα του. Τα πρώτα συμπεράσματα από πρόσφατη έρευνα του Ινστιτούτου Αλιευτικής Έρευνας Καβάλας στο Στρυμονικό Κόλπο δείχνουν ότι ο κόλπος είναι πλέον φτωχός σε θρεπτικά άλατα, σε φυτοπλαγκτό και σε ζωοπλαγκτό, τα οποία αποτελούν τη βάση της τροφικής αλυσίδας των ψαριών.
Τα ειδικότερα προβλήματα αφορούν κύρια την παράκτια αλιεία, η οποία από τη φύση της διατηρεί έντονα τα τοπικά χαρακτηριστικά, γι’ αυτό και είναι χρήσιμο να καταγραφούν για την περίπτωση της Θάσου. Σε αντίθεση, η μέση αλιεία έχει προβλήματα που εμφανίζουν σχεδόν πανελλήνια διάδοση. Η παράκτια αλιεία ως κλάδος δε φαίνεται να τυγχάνει αξιόλογης προσοχής ούτε από την Ελλάδα αλλά ούτε και από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μια σειρά από ειδικά προβλήματα αναφέρονται παρακάτω:
Οι γενικοί στόχοι που πρέπει να επιτευχθούν στον τομέα της αλιείας είναι:
Η αειφορική αξιοποίηση των ιχθυοαποθεμάτων με την καθιέρωση συστήματος διαχείρισης κατάλληλου για την περιοχή, που θα προκύψει από σοβαρή επιστημονική έρευνα.
Οι στόχοι αυτοί θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν μέσα από ένα πλέγμα μέτρων και ενεργειών, όπως παρακάτω:
Log in
Don't have an account? Register
Please enter your username or email address. You will receive a link to create a new password via email.
Join The Discussion